σανίδι

το / σανίδιον, ΝΜΑ, και σανίδιν Μ [σανίς, -ίδος]
νεοελλ.
1. η σανίδα
2. συνεκδ. η σκηνή τού θεάτρου («βγήκε πολύ μικρή στο σανίδι»)
μσν.
συνεκδ. μικρό τραπέζι τεχνίτη από σανίδες, μικρός πάγκος από σανίδες
αρχ.
(με υποκορ. σημ.)
1. μικρός δίσκος ή μικρή σανίδα
2. μικρό κάθισμα
3. πίνακας για την καταγραφή επίσημων πράξεων
4. μικρή σχίζα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σανίδι — [санцди] ουσ. о. доска …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σανίδι — σανίς board fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακρίτης — και ακρίτας, ο (Μ ἀκριτης και ἀκρίτας) νεοελλ. 1. φύλακας, φρουρός και γενικά κάτοικος παραμεθόριας περιοχής 2. το πρώτο σανίδι που κόβεται με το πριόνι από τον κορμό δέντρου 3. το ακραίο σανίδι τής βάσης ενός βαρελιού, που έχει ημικυκλικό σχήμα… …   Dictionary of Greek

  • ελαιογραφία — Τεχνική της ζωγραφικής που διαδόθηκε από τον 15o αι. και έχει επικρατήσει έως τη σύγχρονη εποχή. Δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο πότε και πού πρωτοεμφανίστηκε. Ο Βαζάρι αποδίδει την ε. στον Γιαν Βαν Άικ και υποστηρίζει ότι ήταν ο πρώτος ο οποίος… …   Dictionary of Greek

  • σαλτιμπάγκος — ο, Ν 1. ηθοποιός τής υπαίθρου, σχοινοβάτης, ακροβάτης ή θαυματοποιός 2. μτφ. άτομο που ενεργεί ευκαιριακά και επιπόλαια χωρίς να έχει σταθερές βάσεις και συγκεκριμένους στόχους, άνθρωπος χωρίς σταθερές αρχές, απατεώνας, αγύρτης. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • γλιστερός — ή, ό 1. ολισθηρός («γλιστερό πάτωμα») 2. επικίνδυνος 3. λείος («γλιστερό σανίδι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < *γλιστρ ερός (με ανομοίωση) < γλίστρα < γλιστρώ] …   Dictionary of Greek

  • κανόνι — (I) το 1. πυροβόλο, τηλεβόλο 2. συνεκδ. βολή πυροβόλου, κανονίδι, κανονιά («τη νύχτα ακούστηκαν κανόνια») 3. φρ. α) «έριξε κανόνι» ή «έσκασε κανόνι» ή «βάρεσε κανόνι» αρνείται να πληρώσει, αδυνατεί ή δεν θέλει να ξοφλήσει τα χρέη του, κήρυξε… …   Dictionary of Greek

  • κοντραπλακέ — το λεπτό λείο σανίδι που αποτελείται από λεπτότερες ξύλινες επενδύσεις πιεσμένες και συγκολλημένες κατά στρώματα και τοποθετημένες με τρόπο ώστε οι ίνες τους να διασταυρώνονται. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. contreplaque] …   Dictionary of Greek

  • κρεατοσάνιδο — το ξύλινη σανίδα πάνω στην οποία κόβεται το κρέας. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρεατο (βλ. κρε[ο] ) + σανίδι] …   Dictionary of Greek

  • ξακρίδι — το 1. το πρώτο και το τελευταίο σανίδι ενός κορμού δέντρου ο οποίος πριονίστηκε κατά μήκος 2. το τμήμα που κόβεται, που αφαιρείται από τα άκρα ενός μεγάλου τεμαχίου, φύλλου χαρτιού, υφάσματος, δέρματος 3. μτφ. άχρηστο υπόλειμμα, απόρριμμα.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.